Ελληνική αρχική σελίδα » Έρευνα » Ερευνητικά Προγράμματα » Τρέχοντα » ΘΑΛΗΣ-Αλάσαρνα της Κω » Αλάσαρνα, Κως » Αναλυτική περιγραφή της έρευνας και στόχοι

ΘΑΛΗΣ - ΕΚΠΑ - Ιερό Απόλλωνος - Παλαιοχριστιανικός Οικισμός στην Αλάσαρνα της Κω. Η διαχρονική πορεία ενός αρχαίου ιερού και η μετεξέλιξή του σε παλαιοχριστιανικό οικισμό.


Αναλυτική περιγραφή της έρευνας και στόχοι

Παρά το γεγονός ότι η Κως ήταν στην αρχαιότητα ένα σημαντικό εμπορικό κέντρο, παραμένει, από αρχαιολογική άποψη, ένα από τα λιγότερο γνωστά νησιά του Αιγαίου. Ειδικά η περιοχή έξω από τα όρια της πόλης της Κω και το περίφημο ιερό του Ασκληπιείου είναι, αρχαιολογικά μιλώντας, μια terra incognita. 

Ο δεύτερος πιο σημαντικός Δήμος του νησιού πριν από το συνοικισμό (366 π.Χ.) ήταν ο Δήμος των Αλασαρνιτών. Το κέντρο του, η Αλάσαρνα, εντοπίστηκε από τον L. Ross (1844) στην περιοχή του χωριού Καρδάμαινα. Στις αρχαίες επιγραφές, που αποκαλύφθηκαν κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα (Helpmann, Ross, Leake, Herzog, Laurenzi), ήταν προφανές ότι στην Αλάσαρνα βρισκόταν περίφημο ιερό του Απόλλωνα και του Ηρακλή. Αυτό ανακαλύφθηκε τυχαία το 1982, κατά τη διάρκεια μιας προσπάθειας να χτιστεί ένα ξενοδοχείο στην περιοχή Καμίνια, στο νοτιοδυτικό τμήμα της Καρδάμαινας. Κατά τη διάρκεια των εργασιών κατασκευής του ξενοδοχείου δύο μνημειακές κατασκευές Ελληνιστικής Περιόδου (κτίρια Α και Β) και μέρος μιας στοάς υπέστησαν, δυστυχώς, σοβαρές ζημιές από την ανέγερση των τσιμεντένιων θεμελίων του ξενοδοχείου.

Η παράνομη οικοδομική δραστηριότητα διεκόπη από την ΚΒ' Ε.Π.Κ.Α. και πραγματοποιήθηκε μικρής έκτασης σωστική ανασκαφή, προκειμένου να εκτιμηθεί η καταστροφή, αλλά και η ιστορική και επιστημονική σημασία του αρχαιολογικού χώρου. Η άδεια ανασκαφής στη συνέχεια παραχωρήθηκε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο διεξάγει συστηματική ανασκαφή από το 1985, υπό τη διεύθυνση των Καθηγητριών Γ. Κοκκορού-Αλευρά, Σ. Καλοπίση-Βέρτη και Μ. Παναγιωτίδου-Κεσίσογλου.

Η συνεχιζόμενη ανασκαφή έχει αποκαλύψει ήδη ένα σημαντικό μέρος του σπουδαίου αυτού χώρου. Η στρωματογραφία του εκτείνεται χωρίς διακοπή από την Ύστερη Γεωμετρική (8ος αι. π.Χ.) μέχρι την ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο (μέσα του 7ου αι. μ.Χ.), όταν ολόκληρη η περιοχή της Αλάσαρνας εγκαταλείφθηκε. Στη συνέχεια, η Αλάσαρνα παρέμεινε ακατοίκητη μέχρι τον 19ο αιώνα, όταν ξεκίνησε να ανεγείρεται το σύγχρονο χωριό της Καρδάμαινας. Αστρωματογράφητη κεραμική της Ύστερης Εποχής του Χαλκού αποτελεί ένδειξη ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή κατά την Προϊστορική εποχή, κάτι που ίσως τεκμηριωθεί από μελλοντικές ανασκαφές κοντά στο λόφο «Θόλο».

Ένα ορθογώνιο κτίριο (Γ) στο βόρειο τμήμα της περιοχής είναι το καλύτερα διατηρημένο. Αποτελεί ναό απλό εν παραστάσι και χρονολογείται στις αρχές του 3ου αι π.Χ., την περίοδο δηλαδή που σύμφωνα με επιγραφές άρχισε η ανέγερση του ναού του Απόλλωνα Πυθαίου. Επειδή ωστόσο η ανασκαφή του ιερού δεν έχει ολοκληρωθεί και επειδή επιγραφές από την αρχαία Αλάσαρνα μαρτυρούν λατρεία πολλών θεοτήτων στο ιερό, η ταύτιση του κτιρίου (Γ) με το ναό του Απόλλωνα Πυθαίου δεν μπορεί, προς το παρόν, να είναι βέβαιη. Μετά τον καταστροφικό σεισμό του 469 μ.Χ. το κτίριο επισκευάστηκε και χρησιμοποιήθηκε ως την  Ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο. Στα ανατολικά του κτιρίου (Γ) αποκαλύφθηκε το κτίριο (Ε), κατασκευασμένο από ασβεστόλιθο, άγνωστου προς το παρόν τύπου και λειτουργίας, που χρονολογείται στους Ύστερους Κλασικούς - Πρώιμους Ελληνιστικούς χρόνους. Νοτιότερα και παράλληλα προς το κτίριο (Γ) εντοπίστηκε επίσης το μνημειακό κτίριο (Α) κατασκευασμένο από μάρμαρο πιθανότατα τοπικού λατομείου. Δυστυχώς όμως λόγω της καταστροφής που έχει υποστεί το κτίριο (Α) από την ανέγερση του σύγχρονου ξενοδοχείου, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση του τύπου  του και συνεπώς της χρήσης του. Πάντως στη βόρεια πλευρά του προστέθηκε αργότερα, μάλλον την εποχή του Αυγούστου, αραιόστυλη, ξύλινη στοά, θεμελιωμένη ψηλότερα λόγω της ισχυρής κλίσης του εδάφους. Επιγραφές από το ιερό μας πληροφορούν επίσης για την ύπαρξη ναού του Ασκληπιού, ναΐσκου του Γαΐου Ιουλίου, ηρώου Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ιερού της Γης, καθώς επίσης και για σειρά δημοσίων κτιρίων όπως το Τιμαχείον, διοικητικό κτίριο που λειτουργούσε κατά τη Μέση Ελληνιστική Περίοδο, και ένα Γυμνάσιο της Ρωμαϊκής περιόδου. Τα κτίρια του ιερού φαίνεται ότι υπέστησαν μεγάλη καταστροφή από σεισμό το 139 μ.Χ., γεγονός το οποίο σηματοδοτεί την αρχή της παρακμής του ιερού έως την οριστική εγκατάλειψή του μετά τα μέσα του 3ου αι. μ.Χ. Η παγανιστική λατρεία και οι θυσίες ζώων συνέχισαν να τελούνται και μέσα στον 4ο αι μ.Χ., περιορισμένες όμως σε πρόχειρη λατρευτική κατασκευή "βόθρο" λίγα μέτρα ανατολικά του κτιρίου (Γ). Κατά τα τέλη του 4ου και στις αρχές του 5ου αι. μ.Χ. αρχίζουν να κτίζονται πάνω στα εγκαταλελειμμένα και ερειπωμένα κτίρια του αρχαίου ιερού οι οικίες των πρώιμων χριστιανικών χρόνων με αρχιτεκτονικά μέλη των ελληνιστικών κτιρίων σε δεύτερη χρήση. 

H Kως, συνεχίζοντας τη λαμπρή ελληνιστική και ρωμαϊκή της παράδοση, γνώρισε μεγάλη οικονομική και πολιτισμική ανάπτυξη και κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο (4ος – μέσα 7ου αι.). Στην οικονομική ανάπτυξη συνέβαλε ουσιαστικά η γεωγραφική της θέση πάνω στον θαλάσσιο εμπορικό δρόμο που ένωνε την Κωνσταντινούπολη με την Αλεξάνδρεια. Αρχικά ως τμήμα της Eπαρχίας των Nήσων (Provincia Insularum) και έπειτα της Mοισίας B και της Σκυθίας, ολόκληρο το νησί γνώρισε ιδιαίτερη ακμή την περίοδο μεταξύ δύο ισχυρών σεισμών (469 και 554 μ.Χ.). Ειδικότερα στην ευρύτερη περιοχή της Αλάσαρνας τέσσερις βασιλικές κατασκευάστηκαν, μία εξ αυτών μόλις 300 μ. μακριά του εγκαταλελειμμένου, κατεστραμμένου και λιθολογημένου αρχαίου ιερού. Με το υλικό που αποσπάστηκε από αυτό κτίστηκαν απλές ορθογώνιας κάτοψης οικίες, κάποιες εξ αυτών διώροφες, ενδεικτικές του αγροτικού χαρακτήρα του παλαιοχριστιανικού οικισμού οι κάτοικοι του οποίου ασχολούνταν κυρίως με την αλιεία και την γεωργία. Πολλοί χώροι του ιερού χρησιμοποιήθηκαν για εργαστηριακές δραστηριότητες ενώ έχουν εντοπιστεί δύο κεραμικοί κλίβανοι για την τοπική παραγωγή επιτραπέζιας κεραμικής και αμφορέων, τύποι που εντοπίζονται σε μεγάλους αριθμούς στις ανασκαφές. Πλούσια είναι επίσης η εισηγμένη κεραμική κυρίως από κέντρα της Βόρειας Αφρικής, της Mικράς Aσίας και της Κύπρου. O τελευταίος σεισμός (554 μ.Χ.) και το παλιρροϊκό κύμα που τον ακολούθησε κατέστρεψαν τον παράκτιο οικισμό της Αλάσαρνας. Ωστόσο τα ανασκαφικά ευρήματα των τελευταίων δεκαετιών έδειξαν ότι η ζωή συνεχίστηκε και μετά το 554. Kτίστηκαν νέα σπίτια – μάλλον πρόχειρες κατασκευές – και επισκευάστηκαν τα παλαιά ενισχύοντας τα στα θεμέλιά τους. Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε οριστικά το 654/5 όταν Αραβική επιδρομή ανάγκασε το πληθυσμό της Αλάσαρνας να βρει καταφύγιο στο εσωτερικό του νησιού σε καλύτερα προστατευόμενες θέσεις. 

Το 2003-2007 το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών διεξήγαγε συστηματική επιφανειακή έρευνα στην περιοχή (συνολικής έκτασης 18 τετρ. χλμ) που ταυτίζεται με τον αρχαίο δήμο των Αλασαρνιτών (http://archaeology.arch.uoa.gr/Pythagoras/Alevra/pyth_en.html). Κατά την διάρκεια των ερευνών εντοπίστηκαν αρκετοί μικροί οικισμοί της Ύστερης Νεολιθικής/Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, δύο νεκροταφεία η χρήση των οποίων φαίνεται να εκτείνεται από τη Γεωμετρική έως και την Ελληνιστική Περίοδο, τρεις θέσεις παραγωγής κεραμικής της Ελληνιστικής περιόδου, ένα ιερό Ελληνιστικής/Ρωμαϊκής Περιόδου, και δύο Υστερορωμαϊκές οχυρώσεις. Κατέστη επίσης δυνατόν να διευκρινιστούν τα όρια της Ελληνιστικής/Ρωμαϊκής πόλης (στα ΒΑ της ανασκαφής) καθώς επίσης και του Υστερορωμαϊκού παράκτιου οικισμού. Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας δημοσιεύτηκαν σε μία σειρά από άρθρα (βλ. γενική βιβλιογραφία) και παρουσιάστηκαν αναλυτικά σε έναν τόμο με μορφή μονογραφίας, που βρίσκεται υπό εκτύπωση από το τυπογραφείο του Πανεπιστημίου Αθηνών. 

Τα 25 χρόνια, 1985-2010, ανασκαφικών ερευνών του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Αλάσαρνα έχουν μέχρι στιγμής αποκαλύψει ένα σημαντικό μέρος του ιερού, η λειτουργία του οποίου τοποθετείται από την Κλασική μέχρι και τη Ρωμαϊκή περίοδο, του μεταγενέστερου Υστερορωμαϊκού οικισμού που ήκμασε στην ίδια θέση, αλλά και μία συνεχή αρχαιολογική στρωματογραφία που καλύπτει περισσότερα από 1000 χρόνια, από την Ύστερη Γεωμετρική έως την Ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο. Τα ευρήματα των ανασκαφών έχουν ως τώρα δημοσιευθεί σε 32 προκαταρκτικές εκθέσεις, οι Ελληνιστικές και Ρωμαϊκές επιγραφές σε 1 μονογραφία, η κεραμική έχει μελετηθεί στο πλαίσιο 2 Μεταπτυχιακών διπλωμάτων (Master) και 3 Διδακτορικών διατριβών (Ph.D), ενώ 1 λεπτομερής αρχαιολογικός οδηγός έχει εκδοθεί στα αγγλικά και τα ελληνικά για το ευρύ κοινό.

Κατά τη διάρκεια (2011-2015) του ερευνητικού προγράμματος «ΘΑΛΗΣ – ΕΚΠΑ – Ιερό Απόλλωνος – Παλαιοχριστιανικός Οικισμός στην Αλάσαρνα της Κω. Η διαχρονική πορεία ενός αρχαίου ιερού και η μετεξέλιξή του σε παλαιοχριστιανικό οικισμό» άμεσος στόχος είναι η συστηματική δημοσίευση του ιερού και των κινητών ευρημάτων σε μία σειρά 8 μονογραφιών, 1 Διδακτορική διατριβή (Ph.D.) και 3 άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά που θα αποτελέσουν την πρώτη δημοσιευμένη σε σειρά ελληνική ανασκαφή στα Δωδεκάνησα και σημείο αναφοράς στη διεθνή βιβλιογραφία. Η συστηματική δημοσίευση στρωματογραφημένων ευρημάτων κεραμικής, τοπικών και εισηγμένων τύπων, θα χρησιμεύσει ως πολύτιμο υλικό αναφοράς για τα πολυάριθμα αστρωματογράφητα ευρήματα από άλλες ανασκαφές στο νησί και τα Δωδεκάνησα.

Προϋπόθεση όμως για τη μελέτη και τη συστηματική δημοσίευση του τεράστιου αριθμού των ευρημάτων τα οποία έχουν προέλθει από τα 25 χρόνια της ανασκαφής είναι η σωστή συντήρησή τους και η χρήση σύγχρονων, αλλά και πολυδάπανων μεθόδων αρχαιομετρικής ανάλυσης. Η συντήρηση των οικιστικών καταλοίπων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου ώστε να καταστεί αυτός επισκέψιμος και να ενσωματωθεί στη ζωή της σύγχρονης Καρδάμαινας. Τα κινητά ευρήματα πρόκειται να εκτεθούν σε τοπικό μουσείο, το οποίο θα κατασκευαστεί για το σκοπό αυτό. Το σχέδιο για τη διαχείριση του αρχαιολογικού χώρου της Αλάσαρνας έχει ήδη εγκριθεί από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (Κ.Α.Σ.) του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού και η υλοποίησή του θα καταστήσει τον αρχαιολογικό χώρο της Αλάσαρνας πόλο έλξης επισκεπτών που θα συμβάλει στην πολιτισμική και οικονομική ανάπτυξη της κοινότητας της Καρδάμαινας