Το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών σας καλωσορίζει στην ιστοσελίδα του, αφιερωμένη στη λειτουργία, τις δραστηριότητες και τους ανθρώπους του. Το Τμήμα θεσπίστηκε πρώτη φορά το 1932 στο πλαίσιο της ενιαίας τότε Φιλοσοφικής Σχολής, ενώ μαθήματα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης διδάσκονταν συστηματικά στη Σχολή ήδη από το 1837. Ως αυτόνομο Τμήμα λειτουργεί από το 1984 και συνδυάζει τη μακρόχρονη επιστημονική παράδοση με τη σύγχρονη διδακτική πράξη και τη διεθνή ερευνητική παρουσία. Προσφέρει ένα διεθνώς πιστοποιημένο προπτυχιακό πρόγραμμα, σημαντικό αριθμό Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών, καθώς και τη δυνατότητα εκπόνησης διδακτορικών διατριβών και μεταδιδακτορικής έρευνας.
Έχουμε στόχο να διδάξουμε στους φοιτητές και τις φοιτήτριές μας το παρελθόν των ανθρώπινων κοινωνιών, με ιδιαίτερη βαρύτητα στις σύγχρονες θεωρητικές και μεθοδολογικές προσεγγίσεις στην ιστορία, την αρχαιολογία και την ιστορία της τέχνης, καθώς και στην ανάπτυξη της κριτικής τους σκέψης. Δίνεται έμφαση στον ελλαδικό χώρο, προσεγγίζοντάς τον σε ευρύτερα ευρωπαϊκά και διεθνή πλαίσια, ενώ συγχρόνως θεραπεύονται γνωστικά αντικείμενα και προσφέρονται μαθήματα τα οποία εστιάζονται σε άλλους γεωγραφικούς χώρους και πολιτισμούς της Μεσογείου, της Ευρώπης και του κόσμου. Οι φοιτητές και οι φοιτήτριές συμμετέχουν στα ερευνητικά προγράμματα του Τμήματος, τα οποία περιλαμβάνουν ανασκαφές και άλλες έρευνες πεδίου στην Ελλάδα, την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο και μουσειακές καθώς και αρχειακές και άλλες ιστορικές ερευνητικές δράσεις.
Το Τμήμα αξιολογήθηκε το 2010 και το πρόγραμμα προπτυχιακών σπουδών πιστοποιήθηκε το 2019 από την Αρχή Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (Α.ΔΙ.Π.) ως πλήρως συμμορφούμενο στις αρχές πιστοποίησης. Διαπιστώθηκε παράλληλα το υψηλό επιστημονικό επίπεδο της έρευνας και της διδασκαλίας.
Δείτε τον Οδηγό Προπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών για το ακαδημαϊκό έτος 2026-2027, τη Δήλωση Πολιτικής Διασφάλισης Ποιότητας του Τμήματος, τον Κανονισμό Λειτουργίας Θεσμού Ακαδημαϊκού Συμβούλου, τον Κανονισμό Κινητικότητας για το Πρόγραμμα Erasmus+ , τον Κανονισμό Εργασιών και τον Κανονισμό Μηχανισμού Διαχείρισης Παραπόνων και Ενστάσεων Φοιτητών.

Εκφράζουμε τον έντονο προβληματισμό μας για την τακτική της ανάθεσης του μαθήματος της Ιστορίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση σε προσωπικό με γενική συνάφεια με τις ανθρωπιστικές επιστήμες και μη εξειδικευμένο στο γνωστικό αντικείμενο. Πρόκειται για πρακτική η οποία υπαγορεύεται αμιγώς από τη λογική της περικοπής δαπανών και της κάλυψης κενών «εκ των ενόντων» εκ μέρους της πολιτείας. Ωστόσο, η υποκατάσταση της επιστημονικής επάρκειας από διοικητικά κριτήρια, όπως η συμπλήρωση ωραρίου ή η διάκριση μεταξύ μόνιμων και αναπληρωτών διδασκόντων, υποβαθμίζει δραστικά το επίπεδο της παρεχόμενης παιδείας, ενώ παράλληλα περιορίζει επαγγελματικά τους πτυχιούχους των Φιλοσοφικών Σχολών. Το μάθημα της Ιστορίας αποτελεί εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο για τη μόρφωση και την ευρύτερη καλλιέργεια των μαθητών και των μαθητριών. Η διδασκαλία του απαιτεί ουσιαστική γνώση του αντικειμένου και εξοικείωση με την ιστορική μεθοδολογία. Μας ανησυχεί, συνεπώς, ιδιαίτερα η συνεχιζόμενη αντιμετώπισή του ως «δευτερεύοντος» αντικειμένου που μπορεί να ανατίθεται σε κατά τα άλλα άξιους εκπαιδευτικούς χωρίς όμως την αναγκαία επιστημονική εξειδίκευση. Στο πλαίσιο της ουσιαστικής αναβάθμισης του δημόσιου σχολείου τόσο η επιστημονική εγκυρότητα της διδασκαλίας όσο και η διασφάλιση των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών συνιστούν έννοιες απολύτως αλληλένδετες.